L'universo è fatto di porcellana
Οι καταστροφικές φωτιές που κατάκαιγαν εδώ και δυο ημέρες την ανατολική πλευρά των προαστίων πλησίαζαν όλο και πιο κοντά το λόφο όπου οι γονείς της είχαν χτίσει την προέκταση του σπιτιού τους, χρόνια πριν. Ο πατέρας μάλωνε με τους μάστορες και τον εργολάβο όλη μέρα για έναν νιπτήρα, μια κουπαστή που λίγο στράβωνε αν την κοιτούσε από μακριά, και ό,τι άλλο θεωρούσε ότι ήταν διαφορετικό-ακόμη και στην πιο ελάχιστη λεπτομέρεια- απ’ό,τι το είχε φανταστεί στο μυαλό του. Η μητέρα της στριφογύριζε από εδώ και από εκεί με ένα βλέμμα ζαλισμένου ελαφιού κι έναν δίσκο μισοάδεια ποτήρια στο χέρι. “Νταγκ, σε παρακαλώ μην αγριεύεις τους ανθρώπους, άστους να δουλέψουν” ψιθύριζε όσο πιο σιγά μπορούσε για να μην την ακούσουν οι εργάτες. “Μπα, γιατί; Ανάγκη τους έχουμε; Θα βρούμε άλλους αν είναι τόσο ευαίσθητοι!”. ‘ Εβλεπε τη μητέρα της να στριφογυρίζει τα μάτια της με θυμό στα κρυφά και να κοπανάει τα ποτήρια πάνω στο δίσκο με λίγο περισσότερη δύναμη απ’ο,τι χρειάζονταν. Μπαινόβγαινε μ...