ΤΑ ΔΑΧΤΥΛΑ του Ερίκ, σκελετωμένα και γέρικα, γραπώνονταν στην κουρτίνα στα δεξιά του κρεβατιού του, όταν ξυπνούσε στη μέση της νύχτας, ασθμαίνοντας από τις συχνές ταχυκαρδίες ή ακούγοντας ήχους να εκρήγνυνται με απόκοσμη βοή στο εσωτερικό του κεφαλιού του. Ένα όπλο εκπυρσοκροτούσε στην κουζίνα του, μια βόμβα έσκαγε στο δωμάτιό του, κάτω από το κρεβάτι του, μια πόρτα έκλεινε με εκκωφαντικό θόρυβο, κάποιος ούρλιαζε αστάμάτητα. Ήταν πραγματικοί ήχοι που τον έκαναν να πετάγεται αλλόφρων από τον ύπνο του με δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ πραγματικότητας, ονείρου ή κάποιας υπερφυσικής κατάστασης. Δεν μπορούσε να αντιληφθεί τι ακριβώς είχε συμβεί, τι ήταν αυτό που τον τρόμαξε ξυπνώντας τον. Ίσως να επρόκειτο για κάποιο όνειρο, ίσως και όχι. Πως είναι δυνατόν μια γυναίκα να στριγγλίζει στο διπλανό σπίτι αφού δεν υπάρχει κανένα διπλανό σπίτι; Κι όμως την άκουσα, δεν ήταν όνειρο σκεφτόταν, και δεν υπήρχε τίποτα ικανό να κλονίσει αυτή τη βεβαιότητα. ΤΑ ΚΑΜΠΑΝΑΚΙΑ ήταν ο ήχος που τον είχε ...