Λωτρέ και Ζόρζια
Ο Λωτρέ ήταν ένα τέρας. Τέρας με περικεφαλαία. Έτσι τον αποκαλούσε η γυναίκα του, μια ντελικάτη, θρησκόληπτη κόρη καθηγητή θεολογίας. Η ζωή μαζί του είχε αποδειχθεί δύσκολη από την αρχή και η Ζόρζια έφτανε στο σημείο να καταριέται την ώρα και τη στιγμή που τον γνώρισε πριν λίγα χρόνια σε μια διάλεξη του πατέρα της. Όμως ήταν ο άντρας της και θεωρούσε πως όφειλε να μάθει να ανέχεται τις παραξενιές του. Ο Λωτρέ τη δάγκωνε όταν ξυπνούσε, τη δάγκωνε πριν κοιμηθεί και την έριχνε στο πάτωμα όταν της έκανε έρωτα. «Σε μιε ισι»* φώναζε στη γλώσσα του πατέρα του, ξετρελαμένος και με τη σκληρότητα του σανιδένιου πατώματος και με τις γκριμάτσες πόνου της γυναίκας του. Η Ζόρζια υπέμεινε με ψεύτικη υπομονή, γιατί είχε διδαχθεί πως η υπομονή είναι μεγάλο προσόν, ειδικά σε μια γυναίκα, αλλά δεν μπορούσε να κρύψει εντελώς την απέχθειά της προς τις πράξεις του. «Είσαι τερατώδης» ψιθύριζε με σοβαρότητα, τονίζοντας μία μία τις λέξεις της, καθώς έπιναν τον απογευματινό...