Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Αύγουστος, 2013

Η έμπνευση

Εικόνα
Του άρεσαν οι βροχερές μέρες, ειδικά όταν ήταν μαύρες, κατάμαυρες σαν την μαύρη του μοίρα. Σήκωσε το κεφάλι του και ρούφηξε τη μύτη του. Τα σύννεφα κολλημένα το ένα δίπλα στο άλλο, σαν πέτρες έτοιμες να πέσουν στο κεφάλι του, έδειχναν δυσοίωνα ακριβώς όπως τα ήθελε. Έκλεισε την ομπρέλα του και ανέβηκε ράθυμα τα σκαλιά. Το υποκατάστημα της Τράπεζας Αξέχαστων Βασανιστηρίων και Ευφάνταστων Τιμωριών (ΤΑΒΕΤ) είχε ξεκινήσει την καθημερινή λειτουργία του. Η κεντρική βιτρό πόρτα είχε ανοίξει τα μεγαλειώδη φύλλα της διάπλατα ώστε να εξυπηρετηθεί πιο γρήγορα η ουρά των ανθρώπων που όλο και μεγάλωνε. Σε πέντε μόλις λεπτά προστέθηκαν πίσω του δέκα άτομα. Ξαναρούφηξε τη μύτη του και  κοίταξε την τεράστια μαρμάρινη προθήκη πάνω από τα γκισέ με τα σκαλιστά ορειχάλκινα νούμερα των ταμείων. Το δικό του, με τη μεγαλύτερη αναμονή, είχε το νούμερο 12. Ήταν ένα συμπαθητικό νούμερο, εντελώς αδιάφορο, δεν μπορούσε να το σκεφτεί ούτε ως τυχερό, ούτε ως άτυχο. Αν του είχε τύχει ένα 13 ή ένα 4 θα το ε...

Το Ζήτα και το Ταυ

Εικόνα
Άρχισε να χάνει τα σύμφωνα. Ξαφνικά, δίχως να έχει προηγηθεί κάτι που θα προμήνυε την καταστροφή που θα ακολουθούσε. Ξυπνούσε ιδρωμένος από τον ταραγμένο ύπνο του και το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να ψάξει ολόγυρα σε όλο το σπίτι μήπως και τα βρει ξαφνικά δίχως εκείνα να τον καταλάβουν. Σήκωνε το μαξιλάρι του και κοιτούσε προσεκτικά από κάτω, ψηλαφώντας τα τσαλακωμένα σεντόνια με αγωνία, έσπρωχνε αγκομαχώντας τον βαρύ καναπέ, ανοιγόκλεινε το ψυγείο με θόρυβο, μήπως τα δει και πετάξουν σε σμήνη πίσω από τις αυγοθήκες ή τη θήκη του γάλακτος, έχωνε τα δάχτυλά του βαθιά στις γλάστρες της βεράντας, ανακατεύοντας το χώμα. Όμως αυτά κρύβονταν. Σχεδόν προκλητικά, σα να τον κορόιδευαν κάνοντας το μέτωπό του να ζαρώνει από άγχος και τα βλέφαρά του να πεταρίζουν νευρικά. Τον έπιανε τρόμος όταν το Πι γλιστρούσε ξαφνικά από τη γλώσσα του και χάνονταν από μπροστά του ή όταν το Λάμδα ξεκολλούσε από το άνω μέρος του ουρανίσκου τσουλώντας πάνω στις άκρες των χειλιών του σα σε τσουλήθρα. Και μετά...

Το επτά του Πουανκαρέ 2

Εικόνα
το πρώτο μέρος εδώ Την ίδια στιγμή ένας απαλός αέρας χάιδεψε το πρόσωπό μου και μια παρτιτούρα προσγειώθηκε στα πόδια μου από το πουθενά. Έσκυψα για να την πάρω στα χέρια μου αλλά ο αέρας είχε διάθεση για παιχνίδια. Και τότε ήταν που κατάλαβα πως δεν μπορούσα όντως να κινηθώ ούτε εκατοστό εμπρός, ούτε πίσω, παρά μόνο αριστερά δεξιά. Οι δύο άκρες δεν είχαν κανένα απολύτως βάθος. Δεν ήταν κάτι που μου είχε φανεί. Ήταν αληθινό και όχι εντύπωση της πρώτης στιγμής. Ήταν σα να προσέκρουα σε ένα συμπαγές κενό όταν προσπαθούσα να κινηθώ μπροστά και πίσω. Τα πόδια μου δε με υπάκουαν. Μπορούσα να διασχίσω κατα μήκος το χώρο στη φωτογραφία, όπως είχα κάνει στην αρχή, σα να περπατώ σε μια νοητή ευθεία, αλλά δεν μπορούσα να χρησιμοποιήσω καμία άλλη ευθεία. Σα να ήμουν φυλακισμένος σε ένα στενό γυάλινο σωλήνα που είχε μόνο μήκος αλλά καθόλου πλάτος. Η αδυναμία μου να επικοινωνήσω με τα άλλα τρία παιδιά έγινε πιο βασανιστική τώρα, ειδικά όταν τα έβλεπα να κινούνται όπως θέλουν. Άραγε συνέβαι...

Η κοιλιά

Εικόνα
Με ονόμασαν Λουδοβίκο. Η μοίρα μου ήταν προδιαγεγραμμένη με ένα τέτοιο όνομα. Θα ήμουν αιωνίως ο στόχος χλευασμού, ειρωνείας, και ηλίθιων ερωτήσεων. Άντεξα τη γελοιότητα των ανθρώπων μέχρι που έκλεισα τα δώδεκα μου χρόνια.  Ήταν η στιγμή που αποφάσισα να κλειστώ για πάντα στο υπόγειο του σπιτιού μου. Παρήγγειλα στους δικούς μου να μου αφήνουν φαγητό δυο φορές την ημέρα έξω από την πόρτα και να με προμηθεύουν βιβλία όσο πιο συχνά μπορούσαν. Δε με ενδιέφερε τίποτα άλλο. Ο πατέρας μου ήταν βέβαιος πως ήμουν σχιζοφρενής και υποστήριζε με πραγματική μανία πως έπρεπε να με κλείσουν σε κάποιο ίδρυμα. Η μητέρα μου στύλωσε τα πόδια της και δήλωσε πως αν έφευγα εγω από το σπίτι θα έφευγε και εκείνη. Πολύ σύντομα τα βιβλία άρχισαν να μη μου φτάνουν, παρόλο που είχαν γεμίσει κάθε γωνιά του υπογείου. Φρόντισα να διώξω το κρεβάτι μου και κοιμόμουν πάνω σε αυτά. Μετά από λίγο καιρό το ίδιο έγινε και με τις δυο καρέκλες. Δύο ψηλές στίβες βιβλία τις αντικατέστησαν. Δεν ξέρω αν ένοιωθα ε...

Το επτά του Πουανκαρέ 1

Εικόνα
Ξύπνησα μέσα σε μια παιδική φωτογραφία. Δική μου παιδική φωτογραφία. Η αίσθηση ήταν παράξενη ακόμη και για μένα που όλη μου η ζωή είχε υπάρξει ως σημείο διακλάδωσης μιας ασυνήθιστης ροής γεγονότων, τα οποία με σημάδεψαν τόσο ώστε να καταλήξω να ξεχάσω ποιος είμαι. Ο γιατρός μου υποστήριζε πως είναι εξαιρετικά σπάνιο για έναν ασθενή με αμνησία να μη θέλει να μάθει ποιος ήταν και ακόμη πιο σπάνιο να μην αισθάνεται καμία θλίψη ή αγωνία για τις χαμένες αναμνήσεις του. Κατά περίεργο τρόπο - το επίθετο ''περίεργος'' είναι μια λέξη που θα αναγκαστώ να χρησιμοποιώ πολύ συχνά όταν θα αναφέρομαι σε μένα- αισθανόμουν πολύ νηφάλιος και μάλλον ευτυχισμένος. Είχα αποφασίσει να είμαι κανένας καθώς και να μην αφήσω κανέναν να προσπαθήσει να με πείσει ότι ήμουν κάποιος με ένα κάποιο παρελθόν το οποίο δεν είχε καμία σχέση με εμένα πια. Δε με ενδιέφερε το παρελθόν μου, δε με ενδιέφερε το μέλλον μου. Μου αρκούσε που ρουφούσα μικρές στιγμές παρόντος και ας ήταν άδειες. Ήταν η ίδια ευχάρισ...