Η έμπνευση
Του άρεσαν οι βροχερές μέρες, ειδικά όταν ήταν μαύρες, κατάμαυρες σαν την μαύρη του μοίρα. Σήκωσε το κεφάλι του και ρούφηξε τη μύτη του. Τα σύννεφα κολλημένα το ένα δίπλα στο άλλο, σαν πέτρες έτοιμες να πέσουν στο κεφάλι του, έδειχναν δυσοίωνα ακριβώς όπως τα ήθελε. Έκλεισε την ομπρέλα του και ανέβηκε ράθυμα τα σκαλιά. Το υποκατάστημα της Τράπεζας Αξέχαστων Βασανιστηρίων και Ευφάνταστων Τιμωριών (ΤΑΒΕΤ) είχε ξεκινήσει την καθημερινή λειτουργία του. Η κεντρική βιτρό πόρτα είχε ανοίξει τα μεγαλειώδη φύλλα της διάπλατα ώστε να εξυπηρετηθεί πιο γρήγορα η ουρά των ανθρώπων που όλο και μεγάλωνε. Σε πέντε μόλις λεπτά προστέθηκαν πίσω του δέκα άτομα. Ξαναρούφηξε τη μύτη του και κοίταξε την τεράστια μαρμάρινη προθήκη πάνω από τα γκισέ με τα σκαλιστά ορειχάλκινα νούμερα των ταμείων. Το δικό του, με τη μεγαλύτερη αναμονή, είχε το νούμερο 12. Ήταν ένα συμπαθητικό νούμερο, εντελώς αδιάφορο, δεν μπορούσε να το σκεφτεί ούτε ως τυχερό, ούτε ως άτυχο. Αν του είχε τύχει ένα 13 ή ένα 4 θα το ε...