Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Ιούνιος, 2020

Οι μύξες 1

Εικόνα
Julia Soboleva Ο συνεσταλμένος Ρόθι   δούλευε σε γραφείο τελετών. Ψηλός, γεροδεμένος, με ξυρισμένα   τα μαλλιά πάνω από τα αυτιά του. Τον ταλαιπωρούσαν συχνές ιώσεις που τις κολλούσε τη μία μετά την άλλη. Κουβαλούσε πάντα δυο ή τρία πακέτα χαρτομάντηλα στις τσέπες του. «Μην ανησυχείς» τον καθησύχαζε η Χάνα όταν σκούπιζε τη μύτη του με ένοχο ύφος. «Τι φοβάσαι; Ότι θα κολλήσεις τους πεθαμένους;». Ο Ρόθι χαμογελούσε δειλά και μόλις η Χάνα έφευγε άφηνε τη μύτη του να στάξει πάνω στα διακοσμητικά κρέπια των φερέτρων. Ένα σημείο όπου ήξερε ότι ποτέ κανείς δε θα έβλεπε τις μύξες του ήταν εκεί όπου ακουμπούσε το κεφάλι και η πλάτη του νεκρού. Περιμετρικά στο επάνω μέρος του φερέτρου. Ποιος θα ανασήκωνε τον πεθαμένο μέσα από το φέρετρο και για ποιο λόγο; Η μύτη του θλιβόταν  περισσότερο με αυτή τη σκέψη κι έτρεχε νερό. Δεν προλάβαινε ούτε τα χαρτομάντηλα να βγάλει από την τσέπη αλλά και όταν τα έβγαζε το φθηνό χαρτί τους ήταν πολύ λίγο για να συγκρατήσει ...

Το μπλουμ

Εικόνα
Κατέβαινε τη μεγάλη λεωφόρο. Κοντοστάθηκε στη γέφυρα σφίγγοντας τα χέρια στις τσέπες. Τα φανάρια αναβόσβηναν κι εκείνος είχε σκύψει το κεφάλι πάνω από την κουπαστή. Αυτοκίνητα έτρεχαν κάτω από τα πόδια του. Η ώρα περνούσε κι από τις τσέπες του άρχισε να τρέχει νερό. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του δεν έδειχναν κάποια ιδιαίτερη έκφραση. Είχε εξασκηθεί ολόκληρο πρωινό, βουτώντας μέσα στην μπανιέρα και μετά στην πισίνα. Μόνο ο λευκός γιακάς μέσα από το  πουλόβερ πρόδιδε την παρουσια του σώματος στη νύχτα.  Σα λευκή τανάλια τυλιγμένη σφιχτά γύρω από το λαιμό. Πριν πέσει στο κανάλι, διέγραψε μια εντυπωσιακή τροχιά στον αέρα, κάποιοι περαστικοί τον χειρόκροτησαν, άκουσε μάλιστα και μερικά θεατρικά σφυρίγματα πριν το σώμα του βυθιστεί. Θα ήθελε να τους ευχαριστήσει με βαθιές υποκλίσεις μα ο χρόνος έτρεχε πιεστικός. Έπρεπε να πνιγεί, για αυτό κι όταν βρέθηκε στο νερό, άρχισε να περπατά ανάποδα. Προς στιγμή μπέρδεψε τα χέρια του με τα πόδια του όμως δεν άργησε να ξαναθυμηθεί πω...

Πώς σε λένε ;

Εικόνα
Ta Thimkaeo Η έρμη καπνικαρέα ήμουν εγώ. Οι πωλήτριες της στοάς πίστευαν πως ήταν ικανές να με πικάρουν κολλώντας μου χωριάτικα παρατσούκλια. Ποιο τεμπελόσκυλο από αυτές τις δήθεν κουλτουριάρες που κάθε μέρα αγόραζαν τον καφέ τους σε πλαστικό ποτήρι μέσα στο πανάθλιο καφενείο της στοάς θα μπορούσε να έχει ως μόνιμο σπίτι σουίτα ξενοδοχείου; Ποια μπασκλασαρία μπορούσε να πιάσει εμένα, μια Λουκία Δρόσου, βυζαντινού γένους, στο στόμα της; Καρακάξες που λυσσούσαν με μια ρουτίνα άπιαστο όνειρο για αυτές. Αφού έπινα τον πρωινό καφέ μου και μασούσα αργά αργά τα ωραία μου κρουασάν στην ταράτσα του Σεντ Ζορζ, φορούσα την μπλε μαρινιέρα μου, τη λευκή αεράτη ζυπ κυλότ μου, τα όξφορντ σουζ μου και ένα καταπληκτικό κραγιόν μαιάμι πλαμ και στηνόμουν στο σποτ μου στη μεγάλη στοά του δημαρχείου. Καθισμένη στην πτυσσόμενη καρεκλίτσα μου, ευχαριστιόμουν να παρατηρώ τον κόσμο. Ναι, βρέξει χιονίσει όπως έλεγαν οι τριτοκλασάτες. Είμαι και πάντα ήμουν μια καλλιτέχνης, ο κόσμος με τρέφει. Η βλακεί...